5/5/2019 13:52

Η μοναξιά θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Ο χρόνος που περνάμε μόνοι μας μοιάζει συχνά ατελείωτος, χωρίς άλλους γύρω μας μπορεί να νιώθουμε κενό και η σκέψη του να μείνουμε μόνοι, μας τρομάζει. Έτσι, συχνά εφευρίσκουμε τρόπους για να ξεγελάσουμε τη μοναξιά μας. Άλλοι δημιουργούμε φορτωμένες επαγγελματικές ρουτίνες στην καθημερινότητα μας, άλλοι διατηρούμε σχέσεις που δε θέλουμε για να καλύψουμε την μοναξιά μας. Τι είναι αυτό που ουσιαστικά φοβόμαστε όμως;

Ο Yalom έχει μιλήσει για δύο είδη μοναξιάς: τη διαπροσωπική απομόνωση και την υπαρξιακή μοναξιά. Η διαπροσωπική απομόνωση σχετίζεται με προσωπικά θέματα που έχει καθένας μας. Η αδυναμία μας να διαχειριστούμε τις εσωτερικές μας ανάγκες, φόβους και διλλήματα μας αναγκάζει να «αντανακλούμε» άθελα μας τα προσωπικά μας προβλήματα στους άλλους. Έτσι, δυσκολευόμαστε στο να συνάψουμε υγιείς σχέσεις και παραμένουμε μόνοι. Προκειμένου λοιπόν να δημιουργήσουμε θετικές σχέσεις με τους άλλους, χρειάζεται πρωτίστως να έχουμε μία εσωτερική ισορροπία. Για να το επιτύχουμε αυτό χρειάζεται πιθανών να δουλέψουμε με μοτίβα της συμπεριφοράς μας, να επανεξετάσουμε νοοτροπίες μας και να διδαχθούμε νέες δεξιότητες. Ένας ψυχοθεραπευτής μπορεί να μας βοηθήσει στην ανάπτυξη του εαυτού μας.

Η υπαρξιακή μοναξιά αντίθετα, είναι ένας δημιουργικός χώρος για την έκφραση του εαυτού μας. Είναι ουσιαστικά μία στροφή προς τον εαυτό ώστε να επεξεργαστούμε και να οργανώσουμε τις επιθυμίες μας, να καθορίσουμε τους στόχους μας και έτσι να αποφασίζουμε μόνοι εμείς για τον εαυτό μας και την πορεία της ζωής μας. Σε αυτό το σημείο η μοναξιά μας βοηθά να ανακαλύψουμε τις κρυμμένες πτυχές του εαυτού μας και ακόμη, να δημιουργήσουμε εκ νέου τον εαυτό.

Γιατί λοιπόν φοβόμαστε να αποφασίζουμε εμείς για τη ζωή μας; Γιατί τείνουμε να υποτιμάμε τις στιγμές που περνάμε με μία πολύ «ιδιαίτερη παρέα», τον εαυτό μας; Υπάρχουν πολλές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα. Η κατάσταση του να επιλέγει κανείς αυτόνομα για τη ζωή του είναι ένα κέρμα με δύο πλευρές. Από την μία πλευρά του κέρματος βρίσκεται η ελευθερία: η ελευθερία να είμαι ο εαυτός μου, να κάνω τις επιλογές που θεωρώ ότι με κάνουν ευτυχισμένο/η, να ορίζω τι αξίζει για μένα και τι έχει νόημα. Από την άλλη πλευρά του κέρματος βρίσκεται η ευθύνη. Η ευθύνη που βασίζεται στην συνειδητοποίηση μας για την απόφαση που έχουμε πάρει και τις συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει για τον εαυτό μας, το μέλλον και τους άλλους γύρω μας. Η ευθύνη λοιπόν αυτή εμπεριέχει μέσα της κι ένα ρίσκο, το ρίσκο ότι «αν τα πράγματα δεν πάνε καλά δε μπορώ να κατηγορήσω κανέναν άλλο εκτός από εμένα». Επειδή αυτή η σκέψη μας προκαλεί τόσο άγχος τείνουμε να μένουμε σε καταστάσεις, μέρη κι ανθρώπους που δεν μας ικανοποιούν με στόχο να αναβάλουμε την ευθύνη της απόφασης μας. Μία φράση που αποδίδεται στον Freud αναφέρει «οι περισσότεροι άνθρωποι δε θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης».

Άλλοι λόγοι για τους οποίους μπορεί να θεωρούμε δυσβάσταχτη τη μοναξιά μπορεί να σχετίζονται με τα παιδικά μας βιώματα, δηλαδή με ποιον τρόπο σαν παιδιά «εκπαιδευτήκαμε» να επικοινωνούμε με τους άλλους και ποιες αναπαραστάσεις «αποθηκεύσαμε» ως πρότυπα για το τι είναι μία σχέση και τι είναι ο εαυτός. Έτσι, άνθρωποι που στην παιδική τους ηλικία δεν κατάφεραν να εκφράσουν τις επιθυμίες και τους φόβους τους και δεν ένιωσαν ότι είχαν την προσοχή ενός ενήλικα που ήταν εκεί για να ακούσει τις ανάγκες τους, «μεταφέρουν» στην ενήλικη ζωή τους μία συνεχή αίσθηση εγκατάλειψης από τους άλλους. Έτσι, τείνουμε να κρατάμε σχέσεις και ανθρώπους στη ζωή μας που δεν μας προσφέρουν όσα χρειαζόμαστε, θέλουμε και αξίζουμε εξαιτίας του μαθημένου μας φόβου ότι όλοι αργά ή γρήγορα θα μας εγκαταλείψουν. Από την άλλη πλευρά, αν ένα παιδί μεγαλώνει χωρίς να βιώσει κανέναν αποχωρισμό από τα οικεία και αγαπημένα του πρόσωπα, δηλαδή ουσιαστικά περιβάλλεται από ενήλικες που το υπερπροστατεύουν και δεν το αφήνουν ποτέ να απομακρυνθεί επίσης κινδυνεύει να εμφανίσει στην ενήλικη ζωή θέματα που αφορούν την μοναξιά. Διότι αυτό το παιδί δε μαθαίνει να νοεί τον εαυτό του ως ξεχωριστή οντότητα από τη σχέση και τον άλλο άνθρωπο. Έτσι, στην ενήλικη ζωή δεν ξέρει πως να διαχειριστεί τον αποχωρισμό και τη μοναξιά, θέματα που του είναι άγνωστα, καθώς επίσης νιώθει ότι χάνει ένα κομμάτι του εαυτού του όταν κάτι τελειώνει ή ότι δεν είναι ολοκληρωμένη ύπαρξη εάν είναι μόνος/η.

Το ερώτημα που έχει τη μεγαλύτερη σημασία τελικά είναι αυτό: «Πώς νιώθω όταν μείνω μόνος/η;», συνειδητοποιώντας ότι αυτή η ερώτηση σημαίνει: «τι παρέα είμαι για εαυτό μου».  

Της ψυχολόγου Έλενας Καρυπίδου

  • Show Comments

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Ads