10/9/2018 20:37

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ένας από τους σημαντικότερους αδένες του ανθρωπίνου σώματος. Πήρε το όνομα του από τη μορφολογία και το σχήμα του σαν θυρεός που βρίσκεται στο κέντρο του τραχήλου μπροστά και πλάγια από την τραχεία. Το όνομα του αποδίδεται στον Thomas Wharton περίπου το 1656. Όμως η βρογχοκήλη ως παθολογία ήταν γνωστή ήδη από το 2.700 π.χ. Πολλοί μεγάλοι χειρουργοί του 19ου και 20ου αιώνα ασχολήθηκαν και έθεσαν τις βάσεις για τη χειρουργική του θυρεοειδούς αδένα. Αξίζει να αναφέρουμε τον Emil Theodor Kocher (1841-1917) αλλά και τον Theodor Billroth (1829-1894). 

Ο θυρεοειδής αδένας εμφανίζεται περίπου την 3η εβδομάδα της εμβρυικής ζωής και η ανάπτυξη του και η τελική του εμφάνιση φαίνεται να ολοκληρώνεται μετά την 11η εβδομάδα. Ανατομικά αποτελείται από 2 λοβούς, τον αριστερό και το δεξιό που συνδέονται μεταξύ τους με τον ισθμό, καθώς και από μια προεκβολή στο κέντρο και προς τα άνω, τον πυραμοειδή λοβό. Συνήθως στον ενήλικα το βάρος του υγιούς θυρεοειδούς είναι περίπου 20 γραμμάρια.

Κύρια λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα είναι η παραγωγή και απελευθέρωση στο ανθρώπινο σώμα διαφόρων ορμονών. Οι ορμόνες που παράγει είναι η θυροξίνη ή τετραϊωδοθυρονίνη (Τ4), η τριιωδοθυρονίνη (Τ3) και η καλσιτονίνη. Η λειτουργία της Τ3 και της Τ4 είναι κυρίως ρυθμιστική του μεταβολισμού όλων των ιστών του ανθρωπίνου σώματος. Αντίστοιχα, η καλσιτονίνη συμβάλλει στη ρύθμιση των επιπέδων του ασβεστίου στο αίμα και συγκεκριμένα ρόλος της είναι η ελάττωση του. Πολύ σημαντικό συστατικό για τη σύνθεση των θυρεοειδικών ορμονών (Τ3 και Τ4) είναι το ιώδιο που βρίσκεται κατά κύριο λόγο συγκεντρωμένο στο θυρεοειδή αδένα. 

Επιδημιολογία

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. H American Cancer Society υπολόγιζε ότι το 2013 θα νοσούσαν στις Η.Π.Α. 60.220 νέες περιπτώσεις ανθρώπων από καρκίνο του θυρεοειδούς. Παράλληλα θεωρούσαν ότι στις Η.Π.Α. το 2013 υπήρχαν 534.973 άνθρωποι που έπασχαν από καρκίνο του θυρεοειδούς. Κατά τη διάρκεια του 2013 προέβλεπε ότι από τους νοσούντες με καρκίνο του θυρεοειδούς θα πέθαιναν 1.040 γυναίκες και 810 άνδρες. Στοιχεία από τον πληθυσμό της Ελλάδος για τον καρκίνο του θυρεοειδούς δεν υπάρχουν λόγω ελλιπούς καταγραφής.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αποτελεί περίπου το 1.5% όλων των καρκίνων. Όμως όσον αφορά τους ενδοκρινείς αδένες το 95% των καρκίνων εντοπίζεται στο θυρεοειδή αδένα. Φαίνεται ότι η νόσος κυρίως προσβάλλει συχνότερα τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες (Γυναίκες:Άνδρες=3:1) Το βασικό δεδομένο όμως στον καρκίνο του θυρεοειδούς στις Δυτικές κοινωνίες είναι η σταδιακά αυξανόμενη συχνότητα του τα τελευταία χρόνια. Η γρηγορότερη ανίχνευση με τα καλύτερα διαγνωστικά μέσα της εποχής μας καθώς και η ευρύτερη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού και η καλύτερη πρόσβαση στα συστήματα υγείας εξηγούν εν μέρει την αύξηση της συχνότητας αυτής της μορφής του καρκίνου. Όμως παρατηρούνται γενική αύξηση όλων των τύπων του καρκίνου του θυρεοειδούς, σε μικρότερες ηλικίες και μεταστάσεις ακόμη και σε πρώιμες μορφές καρκίνου. Αυτά τα φαινόμενα δεν φαίνονται να παρατηρούνται στην πλειονότητα των άλλων μορφών καρκίνου.

Διάγνωση

Η πλειονότητα των ασθενών που πάσχει από καρκίνο του θυρεοειδούς αδένα αναζητά ιατρική βοήθεια και συμβουλή όταν βρίσκει κάποιο ογκίδιο στο θυρεοειδή του αδένα. Το ογκίδιο του αδένα μπορεί να το βρει ο ίδιος ο ασθενής ψηλαφητά, να το παρατηρήσουνε οι οικείοι του ή τέλος να το εντοπίσει ο γιατρός του. Πολύ λιγότερο συχνά ένας ασθενής μπορεί να εμφανιστεί με συμπτώματα όπως βραχνάδα, δυσφαγία, δύσπνοια, πνιγμονή και βήχας κατά τη λήψη τροφής. Σπάνια διογκωμένοι λεμφαδένες στην περιοχή του τραχήλου μπορεί να είναι η πρώτη εκδήλωση της νόσου. Αρκετές επίσης είναι οι φορές όπου ο καρκίνος του θυρεοειδούς είναι τυχαίο εύρημα σε απεικόνιση του τραχήλου για άλλες μη συναφείς ενδείξεις.

Οι όζοι του θυρεοειδούς είναι κοινό εύρημα σε αρκετά μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Λιγότεροι από 10% των όζων αυτών μπορεί να υποκρύπτουν καρκίνο. Παράλληλα, μικροσκοπικές εστίες καρκίνου μπορεί να ανευρεθούν εντός του θυρεοειδούς αδένα ανεξάρτητα της παρουσίας όζων. Είναι πολύ σημαντικό να γίνει έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση και αναγνώριση των πιθανών καρκινικών όζων και των περιπτώσεων που επιβάλλεται χειρουργική επέμβαση. Αυξημένη περίπτωση κάποιος όζος να υποκρύπτει καρκίνο είναι σε παιδιά και σε ενηλίκους άνω των 60 ετών καθώς και σε άνδρες. Ο ιατρός θα πρέπει να ερωτήσει τον ασθενή για την πιθανή αύξηση του μεγέθους του όζου καθώς και την πιθανή παρουσία συμπτωμάτων που προαναφέρθηκαν. Αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του θυρεοειδούς αδένα επίσης φέρουν ασθενείς με ιστορικό προηγηθείσας ακτινοβόλησης της κεφαλής και του τραχήλου και ασθενείς που έχουν μέλη της οικογένειας τους που έχουν προσβληθεί από καρκίνο του θυρεοειδούς ή πάσχουν από ήδη διεγνωσμένο σύνδρομο πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας (ΜΕΝ). 

Ουσιώδους συμβολής στη διάγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα έχει η λήψη του ιστορικού του ασθενούς καθώς και η κλινική του εξέταση. Εκεί θα αναζητηθούν τα συμπτώματα που υποδηλώνουν πιθανότητα για τέτοιου είδους καρκίνο, η σύσταση το μέγεθος και η καθήλωση του όζου και η πιθανή λεμφαδενοπάθεια στην περιοχή. Για την αναζήτηση και τεκμηρίωση όμως της διάγνωσης τον πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζουν οι απεικονιστικές εξετάσεις και η βιοψία. 

Το υπερηχογράφημα του τραχήλου είναι το περισσότερο εύκολο, διαδεδομένο και αξιόπιστο μέσο για την ανεύρεση και το χαρακτηρισμό των όζων του θυρεοειδούς. Με το υπερηχογράφημα  ο ιατρός θα εντοπίσει επακριβώς τους όζους, το μέγεθος, τη σύσταση τους και θα αναγνωρίσει χαρακτηριστικά ύποπτα καρκινικής εξαλλαγής. Παράλληλα, με το υπερηχογραφικό έλεγχο του θυρεοειδούς θα μπορέσει να γίνει η τακτική συγκριτική παρακολούθηση των όζων ενώ με τη βοήθεια του θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί η παρακέντηση του θυρεοειδούς. Το μόνο αρνητικό χαρακτηριστικό του υπερηχογραφήματος είναι η εξάρτηση της αποτελεσματικότητας της μεθόδου από τον εκτελεστή της. Άλλες απεικονιστικές τεχνικές όπως είναι η αξονική τομογραφία και η μαγνητική τομογραφία του τραχήλου για τη διάγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς είναι τεχνικές που δεν χρησιμοποιούνται παρά μόνο σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως είναι ο καταδυόμενος θυρεοειδής αδένας στο μεσοθωράκιο ή το αρκετά μεγάλο μέγεθος του αδένα. Το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς  με 123Ι ή με 99mTc επίσης δεν πραγματοποιείται συχνά για τη διάγνωση του καρκίνου, με εξαίρεση τις περιπτώσεις αυτόνομων υπερθυρεοειδικών όζων για την εκτίμηση της παραγωγής ορμονών από τον υπό εξέταση όζο.

Εφόσον οι απεικονιστικές τεχνικές που προαναφέρθηκαν μας δηλώσουν την υποψία καρκίνου στο θυρεοειδή αδένα  η διάγνωση πια θα πραγματοποιηθεί με λήψη βιοψίας. Η λήψη βιοπτικού υλικού στο θυρεοειδή αδένα γίνεται μόνο με παρακέντηση με χρήση λεπτής βελόνης (FNA). Η αναρρόφηση της πάσχουσας περιοχής δια λεπτής βελόνης γίνεται σε ψηλαφητούς όζους απευθείας και σε μη ψηλαφητούς με τη χρήση υπερήχου. Στη συνέχεια το κυτταρικό υλικό που συλλέγεται αξιολογείται από κυτταρολόγο και έτσι τελικά τίθεται η διάγνωση του καρκίνου. Στο 70% των παρακεντήσεων πρόκειται για καλοήθεια, στο 5% υπάρχει τεκμηριωμένη κακοήθεια, στο 10% υπάρχει υποψία κακοήθειας και στο 15% το υλικό δεν είναι επαρκές και διαγνωστικό. Στις περιπτώσεις ύποπτων ευρημάτων το 20% περίπου θα αποδειχθεί κακοήθεια. Η συχνότητα ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων μετά από παρακέντηση δια λεπτής βελόνης κυμαίνεται από 1-3%

Την ανάγκη διενέργειας παρακέντησης δια λεπτής βελόνης χρήζει ένας όζος ύποπτος κακοηθείας. Τέτοιοι όζοι είναι οι όζοι που παρουσιάζουν ταχεία αύξηση του μεγέθους τους, αυτοί που φέρουν ύποπτα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά, όπως ανώμαλα όρια, αυξημένη αγγείωση, υποηχογένεια σε σχέση με το υπόλοιπο θυρεοειδικό παρέγχυμα και μικροασβεστώσεις και όζοι που είναι αρκετά μεγαλύτεροι και προέχουν σε σχέση με τους υπολοίπους σε μια πολυοζώδη βρογχοκήλη. Επίσης ψυχροί όζοι στο σπινθηρογράφημα έχουν αυξημένη πιθανότητα κακοηθείας και χρήζουν παρακέντησης, όπως και οι όζοι μεγαλύτεροι του 1 εκατοστού. Σε μικρότερους από 1 εκατοστό όζους προβαίνουμε σε παρακέντηση όταν ο ασθενής είναι αυξημένου κινδύνου, πχ. έχει ιστορικό ακτινοβόλησης, οικογενειακό ιστορικό καρκίνου θυρεοειδούς, πάσχει από σύνδρομο πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας  ή φέρει παράλληλα λεμφαδενικές διογκώσεις στον τράχηλο. Στην τελευταία περίπτωση θα πρέπει να παρακεντηθούν και οι διογκωμένοι λεμφαδένες.

Στη σύγχρονη εποχή σε περιπτώσεις που η απεικόνιση και η παρακέντηση δια λεπτής βελόνης δεν δίνει σαφή συμπεράσματα για την ύπαρξη καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα, κάποιοι μοριακοί δείκτες στο βιοπτικό υλικό μπορεί να ελεγχθούν και να βοηθήσουν στη διάγνωση και περαιτέρω θεραπεία. Αυτοί οι δείκτες είναι οι εξής: BRAF, RAS, RET/PTC, Pax8-PPARγ και Galactin-3. Παράλληλα, σε ασαφείς περιπτώσεις η χρήση του 18FDG-PETscan προτείνεται από κάποιους για να αυξηθεί η διαγνωστική ακρίβεια ύποπτων θυρεοειδικών όζων.

Τύποι καρκίνου-Αντιμετώπιση

Οι τύποι του καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα είναι οι κάτωθι:

Α. Θηλώδης καρκίνος του θυρεοειδούς 

Ο θηλώδης καρκίνος του θυρεοειδούς είναι ο συχνότερος τύπος καρκίνου στο θυρεοειδή αδένα. Περίπου στο 75% των περιπτώσεων καρκίνου του θυρεοειδούς ανευρίσκεται ο θηλώδης τύπος. Συνήθως εμφανίζεται σε διπλάσιο ποσοστό στο θήλυ πληθυσμό από ότι στον ανδρικό και οι ηλικίες που εμφανίζεται σε μεγαλύτερη συχνότητα είναι τα 38 έως 45 έτη. Το οικογενές στοιχείο σε αυτό τον τύπο προσδιορίζεται περίπου στο 3% των περιπτώσεων. Τα χαρακτηριστικά του είναι ότι μπορεί να εμφανίζει πολυεστιακότητα στο 30-50% των όγκων και έχει την ικανότητα να δίνει λεμφαδενικές μεταστάσεις στους λεμφαδένες του τραχήλου. Οι απομακρυσμένες αιματογενείς μεταστάσεις δεν είναι συνήθεις κατά τη διάγνωση αυτού του καρκίνου.

Μετά τη διάγνωση του θηλώδους καρκίνου του θυρεοειδούς ο ακρογωνιαίος λίθος της θεραπείας είναι η χειρουργική επέμβαση. Εφόσον ο όγκος είναι μικρός (<1εκ) και δεν υπάρχει παθολογία σε λεμφαδένες ή στον αντίθετο λοβό και οι ασθενείς είναι χαμηλού κινδύνου τότε από κάποιους προτείνεται μόνο η αφαίρεση του πάσχοντος λοβού. Όμως λόγω του γεγονότος της πολυεστιακότητας και της ανάγκης ριζικότητας οι περισσότεροι προτείνουν ολική αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα. Με μεγαλύτερους όγκους (>1εκ) ή σε ασθενείς αυξημένου κινδύνου η ολική θυρεοειδεκτομή είναι μονόδρομος. Εφόσον υπάρχουν διηθημένοι λεμφαδένες, ή ο όγκος στο θυρεοειδή αδένα είναι πολύ μεγάλος (>4 εκ) ή διηθεί γειτονικές δομές τότε λεμφαδενικός καθαρισμός κεντρικού ή/και πλάγιου διαμερίσματος είναι η επιλογή μας. Μετά την ολική θυρεοειδεκτομή θα πραγματοποιηθεί λήψη ραδιενεργού ιωδίου για να εξαλειφθεί όλος ο εναπομείναν θυρεοειδικός ιστός και τυχόν καρκινικά υπολείμματα και μεταστάσεις. Οι περιπτώσεις που πραγματοποιείται λήψη ραδιενεργού ιωδίου είναι οι απομακρυσμένες μεταστάσεις, με εξωθυρεοειδική επέκταση του καρκίνου, σε μεγάλο μέγεθος καρκινικού όγκου (>4εκ), σε λεμφαδενικές μεταστάσεις και σε αυξημένου κινδύνου όγκους για υποτροπή.

Μετά την ολική θυρεοειδεκτομή ο ασθενής αναπληρώνει τις θυρεοειδικές ορμόνες με από του στόματος φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα με λήψη ιστορικού και διενέργεια κλινικής εξέτασης και με μέτρηση των επιπέδων θυρεοσφαιρίνης (Tg) αίματος, υπερηχογραφήματος και ραδιενεργού ιωδίου εφόσον κριθεί απαραίτητο.      

B. Θυλακιώδης καρκίνος του θυρεοειδούς

Ο θυλακιώδης καρκίνος του θυρεοειδούς είναι ο δεύτερος σε συχνότητα μετά το θηλώδη. Υπολογίζεται ότι περίπου το 10% των καρκίνων του θυρεοειδούς αδένα ανήκουν στο θυλακιώδη τύπο. Οι γυναίκες προσβάλλονται με τριπλάσια συχνότητα σε σχέση με τους άνδρες με το θυλακιώδη καρκίνο του θυρεοειδούς αδένα και η μέση ηλικία εμφάνισης είναι τα 50 έτη. Το χαρακτηριστικό στοιχείο αυτών των τύπων είναι ότι συνήθως δίνουν αιματογενείς μεταστάσεις στον πνεύμονα και στα οστά, χωρίς να μεθίστανται στους επιχώριους λεμφαδένες του τραχήλου. Επίσης η πολυεστιακότητα δεν ανευρίσκεται σε αυτού του είδους τα νεοπλάσματα.

Η διαπίστωση ότι πρόκειται για θυλακιώδες καρκίνωμα του θυρεοειδούς αδένα τίθεται μόνο μετά από τεκμηρίωση απομακρυσμένων μεταστάσεων ή ιστολογική εξέταση του εξαιρεθέντος θυρεοειδούς αδένα, εφόσον υπάρχει διάσπαση της κάψας του αδένα, αγγειακές διηθήσεις. Και σε αυτό τον τύπο καρκίνου η χειρουργική θεραπεία είναι αυτή που θα προσφέρει την ίαση σε συνδυασμό με το ραδιενεργό ιώδιο. Επειδή δεν υπάρχουν παρά μόνο σε μικρό ποσοστό (<10%) λεμφαδενικές διηθήσεις, συνήθως δεν πραγματοποιούνται λεμφαδενικοί καθαρισμοί του τραχήλου. Εξαίρεση αποτελεί η παρουσία καρκινικά διηθημένων λεμφαδένων. Οι υπόλοιπες αρχές της θεραπείας των θηλωδών καρκίνων του θυρεοειδούς ισχύουν και στην περίπτωση του θυλακιώδους καρκίνου του θυρεοειδούς.  

Γ. Καρκίνος θυρεοειδούς από κύτταρα Hurthle

Αυτός ο τύπος καρκίνου προέρχεται από τα Hurthle κύτταρα του θυρεοειδούς αδένα και συνήθως αποτελεί το 5% των καρκίνων του θυρεοειδούς. Ο καρκίνος από κύτταρα Hurthle έχει πολλά κοινά κλινικά και παθολογοανατομικά στοιχεία με το θυλακιώδη καρκίνο του θυρεοειδούς αδένα. Και αυτός ο τύπος καρκίνου τεκμηριώνεται εφόσον διαπιστωθεί διήθηση της κάψας και των αγγείων του αδένα. Παρόλα αυτά αυτός ο τύπος καρκίνου έχει μεγαλύτερη τάση να μεθίσταται στους επιχώριους λεμφαδένες από τα θυλακιώδη νεοπλάσματα, παρουσιάζει αυξημένη συχνότητα απομακρυσμένων αιματογενών μεταστάσεων και αδυναμία να προσλάβει το ραδιοφάρμακο κατά τη διάρκεια της λήψης του ραδιενεργού ιωδίου (<10%). Αυτή η επιθετικότερη μορφή καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα παρουσιάζει επιπλέον αυξημένη πιθανότητα υποτροπής μετά από τη χειρουργική επέμβαση και υψηλότερο δείκτη θνητότητας σε σχέση με τα θηλώδη και τα θυλακιώδη νεοπλάσματα. Και σε αυτό τον τύπο ισχύουν οι αρχές θεραπείας και παρακολούθησης που έχουν προαναφερθεί, με τη χειρουργική θεραπεία να έχει τον ουσιαστικότερο ρόλο.  

Δ. Μυελοειδής καρκίνος του θυρεοειδούς

Ο μυελοειδής καρκίνος είναι άλλη μια μορφή κακοήθειας του θυρεοειδούς αδένα. Υπολογίζεται ότι το 5% των καρκίνων του θυρεοειδούς είναι μυελοειδείς καρκίνοι. Προέρχεται από μια κατηγορία κυττάρων του αδένα που καλούνται κύτταρα C. Τα συγκεκριμένα κύτταρα παράγουν την ορμόνη καλσιτονίνη με αποτέλεσμα σε παρουσία μυελοειδούς καρκίνου να παράγονται μεγάλες ποσότητες  αυτής της ορμόνης στο αίμα. Αυτό το γεγονός βοηθάει στη διάγνωση του αλλά και στην παρακολούθηση της προόδου της νόσου και των αποτελεσμάτων της θεραπείας.

Βασικό γνώρισμα του συγκεκριμένου τύπου κακοήθειας είναι ότι έχει ισχυρή κληρονομική κατανομή. Ανευρίσκεται αρκετά συχνά στα πλαίσια 2 κληρονομούμενων συνδρόμων, του συνδρόμου πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας (ΜΕΝ) τύπου 2Α και τύπου 2Β. Επιπλέον μπορεί να υπάρχει κληρονομικός μυελοειδής καρκίνος που δεν ταξινομείται στα πλαίσια συνδρόμου ΜΕΝ. Περίπου όμως στο 75% των περιπτώσεων ο μυελοειδής καρκίνος εμφανίζεται τυχαία και δεν έχει κληρονομική προδιάθεση, ανήκοντας στη σποραδική μορφή. Στις κληρονομικές μορφές φαίνεται συχνότερα να υπάρχει διαταραχή της δομής ενός γονιδίου, του γονιδίου RET. Βασικό επίσης γνώρισμα του μυελοειδούς καρκίνου είναι ότι μπορεί να προκαλεί διήθηση των λεμφαδένων της περιοχής του τραχήλου καθιστώντας τον μια από τις αρκετά επιθετικές μορφές καρκίνου του θυρεοειδούς.

Η θεραπεία και αυτής της κακοήθειας είναι κατά βάση χειρουργική. Η ολική θυρεοειδεκτομή είναι η πλέον ενδεδειγμένη τεχνική και ακολουθείται από λεμφαδενικό καθαρισμό ανεξαρτήτως λεμφαδενικών διηθήσεων. Η ολική θυρεοειδεκτομή θα πρέπει στην περίπτωση αυτή να είναι όσο πιο ριζική γίνεται διότι αυτή η νεοπλασία έχει την ιδιότητα να μην προσλαμβάνει ραδιενεργό ιώδιο και έτσι δεν είναι δυνατό να βοηθήσει τη χειρουργική εκτομή καταστρέφοντας τυχόν υπολείμματα. Η εξωτερική ακτινοβόληση του τραχήλου σε προχωρημένες καταστάσεις μπορεί επίσης να εφαρμοστεί.

Διάφοροι προβληματισμοί εγείρονται σε περίπτωση που ο ασθενής φέρει κάποιο κληρονομούμενο σύνδρομο όπως τα σύνδρομα ΜΕΝ. Πριν προχωρήσει η χειρουργική θεραπεία του μυελοειδούς καρκίνου θα πρέπει να διερευνηθεί η πιθανότητα ύπαρξης συνδρόμου ΜΕΝ, με αναζήτηση υπερπλασίας στους παραθυρεοειδείς αδένες και φαιοχρωμοκυττώματος στα επινεφρίδια. Η παρουσία φαιοχρωμοκυττώματος απαιτεί την αρχική χειρουργική αντιμετώπιση του πριν το μυελοειδή καρκίνο του θυρεοειδούς αδένα. Προφυλακτική ολική θυρεοειδεκτομή έχει προταθεί σε παιδιά που έχει πραγματοποιηθεί γενετικός έλεγχος και έχει βρεθεί ότι πάσχουν από μετάλλαξη του γονιδίου RET. Σε αυτές τις περιπτώσεις το παιδί θεωρείται ότι θα αναπτύξει σύνδρομο ΜΕΝ και μυελοειδή καρκίνο του θυρεοειδούς οπότε έχει ένδειξη η ολική θυρεοειδεκτομή προτού γεννηθεί ο καρκίνος. Συνήθως η επέμβαση πραγματοποιείται πριν την ηλικία των 5 ετών. Ο γενετικός έλεγχος δεν γίνεται σαν εξέταση ρουτίνας αλλά στην οικογένεια ασθενών που πάσχουν από το σύνδρομο ΜΕΝ και το παθολογικό γονίδιο RET.    

E. Αδιαφοροποίητος καρκίνος του θυρεοειδούς

Ο αδιαφοροποίητος καρκίνος του θυρεοειδούς είναι η επιθετικότερη μορφή καρκίνου του θυρεοειδούς και είναι υπεύθυνος για το 2% των κακοήθων νεοπλασιών του αδένα. Είναι μια μορφή καρκίνου που προσβάλλει συνήθως ηλικιωμένους άνω των 60 ετών. Παρουσιάζει ταχεία αύξηση του μεγέθους του και προκαλεί διήθηση των γειτονικών δομών, καθιστώντας συμπτώματα όπως δύσπνοια, δυσφαγία και βραχνάδα πολύ συχνά. Παρουσιάζει επιπλέον πολύ νωρίς απομακρυσμένες μεταστάσεις σε όργανα όπως ο πνεύμονας και το ήπαρ. Η επιβίωση μετά από την προσβολή αυτού του τύπου καρκίνου του θυρεοειδούς είναι εξαιρετικά σπάνια, καθώς αναφέρεται μέση επιβίωση μετά τη διάγνωση 4 μηνών. 

Η αντιμετώπιση μπορεί να είναι χειρουργική, με χρήση ακτινοθεραπείας και χημειοθεραπείας. Χειρουργική θεραπεία τις περισσότερες φορές δεν πραγματοποιείται λόγω της εξαιρετικά προχωρημένης κατάστασης του νεοπλάσματος. Πολλές φορές όμως μπορεί να απαιτηθεί χειρουργικός απεγκλωβισμός της αεροφόρου οδού παρηγορητικά. Χημειοθεραπεία και εξωτερική ακτινοβόληση στις περιπτώσεις του αδιαφοροποίητου καρκίνου είναι οι συνήθεις μορφές θεραπείας.  

ΣΤ. Λέμφωμα του θυρεοειδούς

Το λέμφωμα του θυρεοειδούς αδένα ανήκει συνήθως στα non-Hodgkin λεμφώματα Β κυττάρων και είναι υπεύθυνο για λιγότερο από το 1% των κακοηθειών του θυρεοειδούς αδένα. Πολύ συχνά συσχετίζεται με τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto, εμφανιζόμενο πολύ συχνά σε ασθενείς που πάσχουν πολλά έτη από θυρεοειδίτιδα. Οι ασθενείς που προσβάλλονται συχνότερα είναι γυναίκες στην έβδομη δεκαετία της ζωής τους. Παρουσιάζεται συνήθως σαν μια ταχέως αυξανόμενη μάζα στο θυρεοειδή αδένα, προκαλώντας ενίοτε συμπτώματα πίεσης, όπως βραχνάδα και δυσφαγία. Η διαφορική διάγνωση της κατάστασης θα γίνει δύσκολα, αφού θα πρέπει συνήθως να αποκλειστεί η θυρεοειδίτιδα και ο αδιαφοροποίητος καρκίνος. Ανοικτή χειρουργική βιοψία για το λόγο αυτό μπορεί να απαιτηθεί. Διογκωμένοι τραχηλικοί λεμφαδένες συνήθως είναι παρόντες. Θεραπευτικά χρησιμοποιείται η χημειοθεραπεία με καλά συνήθως αποτελέσματα, με αναφερόμενη 5ετή επιβίωση που ξεπερνά το 50%.   

Πρόληψη

Η προφύλαξη από τον καρκίνο του θυρεοειδούς μπορεί να επιτευχθεί μόνο στην περίπτωση της οικογενούς μορφής του μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις γενετικός-γονιδιακός έλεγχος θα οδηγήσει στην ανεύρεση των πασχόντων μελών της οικογένειας και την προφυλακτική ολική θυρεοειδεκτομή πριν την εμφάνιση του μυελοειδούς καρκίνου.

Η έγκαιρη ανίχνευση όζων στο θυρεοειδή και η τακτική παρακολούθηση από ειδικούς ιατρούς είναι το βασικότερο μέτρο έγκαιρης διάγνωσης και εξασφάλισης καλύτερων αποτελεσμάτων της θεραπείας από τον καρκίνο του θυρεοειδούς αδένα.

Του Βασίλειου Κέκη, Καθηγητή Χειρουργικής Παν. Αθηνών

και του του Δημήτριου Τσάμη, Χειρουργού-Διδάκτορα Ιατρικής Παν. Αθηνών

  • Show Comments

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Ads