12/3/2018 13:01

Ο Χαλκιάς Κωνσταντίνος, Δ/ντής Παθολογικής Κλινικής δίνει στο toavriotisygeias.gr απαντήσεις και χρήσιμες συμβουλές που αφορούν όλους μας.

Με την ιλαρά σε έξαρση στην χώρα μας, πολλοί είναι εκείνοι που δεν γνωρίζουν βασικά στοιχεία για την ασθένεια, όπως για παράδειγμα το πώς εκδηλώνεται, ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο να «κολλήσουν», πώς μεταδίδεται, αλλά και πως αντιμετωπίζεται.

Τι είναι η ιλαρά και πόσο μεταδοτική είναι;

Η ιλαρά είναι ένα εξανθηματικό νόσημα που οφείλεται στον ιό της ιλαράς. Εκδηλώνεται με πρόδρομα γενικά συμπτώματα που είναι κοινά σε πολλές ιώσεις, δηλαδή υψηλό πυρετό, επιπεφυκίτιδα, καταρροή, διάρροιες και κακουχία και ακολουθεί λίγες μέρες αργότερα η εμφάνιση του χαρακτηριστικού της κηλιδώδους εξανθήματος. Δεν υπάρχει ειδικό φάρμακο για την ιλαρά, παρά μόνο υποστηρικτική θεραπεία. Τα περισσότερα άτομα που θα νοσήσουν θα γίνουν εντελώς καλά, ωστόσο μικρά ποσοστά τους ενδέχεται να παρουσιάσουν πολύ σοβαρές επιπλοκές, όπως πνευμονία, εγκεφαλίτιδα, ωτίτιδα, βλάβη του οπτικού ή του ακουστικού νεύρου, παροδική βλάβη του ανοσοποιητικού συστήματος, υποξεία σκληρυντική πανεγκεφαλίτιδα ή ακόμη και θάνατο.

Η ιλαρά είναι πολύ μεταδοτική. Μεταδίδεται από άτομο σε άτομο κυρίως αερογενώς με σταγονίδια και σπανιότερα με αντικείμενα που μολύνθηκαν πολύ πρόσφατα από ρινικές και φαρυγγικές εκκρίσεις ασθενών. Το 90% όσων δεν έχουν κάνει εμβόλιο, ή δεν έχουν περάσει την ιλαρά και έρθουν σε επαφή με πάσχοντα κατά την περίοδο μεταδοτικότητας, δηλαδή 4 ημέρες πριν την έκθυση του εξανθήματος έως και 4 ημέρες μετά, αναμένεται να νοσήσουν, μετά τη μεσολάβηση ενός χρόνου επώασης 10-12 ημερών.

Πόσο συχνή είναι και ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;

Κατά την τελευταία διετία είναι σε εξέλιξη σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, επιδημία ιλαράς, με περισσότερα από 19.000 περιστατικά σε όλη την Ευρώπη και πάνω από 400 στη χώρα μας, ενώ επίσης έχουν καταγραφεί 44 θάνατοι πανευρωπαϊκά και 1 μέχρι στιγμής στην Ελληνική επικράτεια. Αναμένεται η εργαστηριακή επιβεβαίωση και άλλων κρουσμάτων το ερχόμενο διάστημα, και δεν μπορεί να αποκλειστεί η αύξηση των κρουσμάτων.

Από τα στοιχεία του ΚΕΕΛΠΝΟ, τα περισσότερα περιστατικά στη χώρα μας δεν αφορούν μετανάστες, όπως ίσως πιστεύουμε, αλλά κυρίως άτομα Ελληνικής υπηκοότητας, όπως μικρά παιδιά από κοινότητες Ρομά που δεν έχουν ποτέ εμβολιαστεί, αλλά και άτομα από το γενικό πληθυσμό, κυρίως της ηλικιακής ομάδας των 25-44 ετών.

Ο λόγος για την αυξημένη συχνότητα στους ενήλικες αυτών των ηλικιών είναι ότι στην Ελλάδα το εμβόλιο της ιλαράς άρχισε να κυκλοφορεί στις αρχές της δεκαετίας του 1970, εντάχθηκε στο Εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών το 1981 και μόλις το 1989 εντάχθηκε ως τριπλό εμβόλιο ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας (MMR), του οποίου η 2η δόση καθιερώθηκε το 1991. Άρα υπάρχει σημαντική πιθανότητα για όσους γεννήθηκαν μεταξύ του 1970 και του 1990 να είναι ανεμβολίαστοι ή ατελώς εμβολιασμένοι, ενώ όσοι γεννήθηκαν πριν από το 1970 θεωρούνται ότι έχουν εκτεθεί σε φυσική νόσηση και έχουν ανοσία.

Πως μορούμε να προφυλαχθούμε από την ιλαρά;

Η βάση της στρατηγικής πρόληψης της ιλαράς είναι ο εμβολιασμός. Το εμβόλιο της ιλαράς είναι αποτελεσματικό σε ποσοστό 93-100% με την δεύτερη δόση και υπάρχουν πολλές και μεγάλες ερευνητικές εργασίες ανά τον κόσμο που έχουν τεκμηριώσει την ασφάλειά του, καταρρίπτοντας τον αντιεμβολιαστικό μύθο της συσχέτισής του με άσχετα σύνδρομα, όπως η εμφάνιση αυτισμού. Κατά την περίοδο 2000-2015, ο εμβολιασμός κατά της ιλαράς εμπόδισε περίπου 20,3 εκατομμύρια θανάτους, γεγονός που καθιστά το εμβόλιο ιλαράς ως μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας διεθνώς. Το εμβόλιο συνιστάται να γίνεται υποδόρια σε δυο δόσεις σε ηλικία 12-15 μηνών και 4-6 ετών.

Όσοι ενήλικες ή παιδιά μεγαλύτερα των 5 ετών έχουν κάνει μία μόνο δόση εμβολίου, όπως αποδεικνύεται από την αναγραφή του στο βιβλιάριο υγείας παιδιού, οφείλουν να κάνουν και μία δεύτερη, αν θέλουν να είναι πλήρως καλυμένοι έναντι της ιλαράς. Όσοι ενήλικες δεν έχουν κάνει καμία δόση και δεν έχουν περάσει την ιλαρά, πρέπει να εμβολιαστούν με δύο δόσεις, ιδίως αν ζουν σε περιβάλλον που υπάρχει κίνδυνος να μεταδώσουν την νόσο και σε άλλους (σχολεία, στρατώνες, ιδρύματα, κλπ).

Πότε χρειάζεται να γίνει ορολογικός έλεγχος για την ιλαρά;

Ο προσδιορισμός των αντισωμάτων με ανοσοενζυμική μέθοδο (ELISA ή EIA) αποτελεί την απλούστερη και συχνότερη μέθοδο διάγνωσης, αρκεί να γίνει την κατάλληλη χρονική στιγμή. Μπορούν να ανιχνευτούν δύο τύποι αντισωμάτων, τα IgM, τα οποία παρουσιάζονται παροδικά μετά τη νόσηση (για 1-2 μήνες) και τα IgG, η παρουσία των οποίων διαρκεί για πολλά χρόνια.

Συνεπώς η ανίχνευση IgG αντισωμάτων μπορεί να μας ενημερώσει για την ύπαρξη φυσικής ή μετά απο εμβόλιο ανοσίας στα άτομα στα οποία υπάρχει αμφιβολία για το αν έχουν περάσει τη νόσο ή αν έχουν εμβολιαστεί.

Επίσης η ανίχνευση IgM αντισωμάτων μπορεί να μας επιβεβαιώσει τη διάγνωση οξείας νόσου όταν τα συμπτώματα δεν είναι παθογνωμονικά. Τα IgM αντισώματα θετικοποιούνται συνήθως όταν εμφανίζεται το εξάνθημα, ωστόσο σε ένα ποσοστό έως και 20% μπορεί να είναι ψευδώς αρνητικά τις πρώτες 72 ώρες, οπότε μπορεί να χρειαστεί επανάληψη για επιβεβαίωση επί ισχυρής κλινικής υποψίας.

Η ορολογική επιβεβαίωση έχει ιδιαίτερη αξία για την επιβεβαίωση ενός νέου κρούσματος κυρίως για την προφύλαξη του περιβάλλοντος των ασθενών. Ως αποτελεσματικές παρεμβάσεις δευτερογενούς πρόληψης αναφέρουμε τον εμβολιασμό με μια δόση των μη άνοσων ατόμων που ήρθαν σε επαφή με άτομο που νοσεί από ιλαρά, εντός 72 ωρών από την έκθεσή τους, ή τη χορήγηση ανοσοσφαιρίνης σε ευπαθή άτομα που δεν μπορούν να εμβολιαστούν, όπως εγκύους, ασθενείς από άλλο νόσημα, άτομα υπό θεραπεία με κορτιζόνη, ή χημειοθεραπεία.

  • Show Comments

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Ads